google-site-verification=9PPWmhhSGk2FO3jBcI70_kyEFMR-nKFnyDqs49CO5n8
top of page
  • Εικόνα συγγραφέαPosters Blog

Παγκόσμιες πολεμικές δαπάνες τρισεκατομμυρίων το 2021


Οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες ξεπέρασαν – για πρώτη φορά στα χρονικά – τα 2 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2021, αποκαλύπτει έκθεση του Ινστιτούτου Έρευνας για τη Διεθνή Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI) η οποία δίνεται στη δημοσιότητα σήμερα, αντανακλώντας το επικίνδυνο φούντωμα των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών σε κάθε γωνιά του χάρτη, ενώ παράλληλα επιβεβαιώνουν για άλλη μια φορά την αγιάτρευτη σαπίλα του καπιταλιστικού συστήματος, με τη νέα αύξηση στις ήδη τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες, την ίδια ώρα που κλιμακώνεται η ολομέτωπη επίθεση στα δικαιώματα και τα εισοδήματα των λαών σε όλο τον κόσμο.


Σε πραγματικές τιμές –αφού αφαιρεθεί ο πληθωρισμός–, οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες κατέγραψαν πέρυσι αύξηση 0,7% σε ετήσια βάση φθάνοντας τα 2,11 τρισεκατομμύρια δολάρια, διευκρινίζει το Ινστιτούτο. Που σημαίνει πως οι δαπάνες στον τομέα αυτό αυξήθηκαν και τα δύο χρόνια που ο κόσμος πλήττεται από την πανδημία του νέου κορονοϊού.


Μολαταύτα, οι δαπάνες δεν αυξήθηκαν ως λόγος επί του παγκόσμιου ΑΕΠ. Αυτό οφείλεται στα προγράμματα κυρίως δυτικών κυβερνήσεων για την τόνωση των οικονομιών τους, ώστε να ανακάμψουν μετά την ύφεση που έφεραν τα lockdowns του 2020.


Έτσι, ως λόγος επί του παγκόσμιου ΑΕΠ, οι στρατιωτικές δαπάνες μειώθηκαν κατά 0,1%, στο 2,2%.


«Ακόμη κι εν μέσω του αντίκτυπου της πανδημίας, οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες μεγεθύνθηκαν σε επίπεδα ρεκόρ», συνοψίζει ο Ντιέγκο Λόπες ντα Σίλβα, ερευνητής του SIPRI ειδικευμένος στις στρατιωτικές δαπάνες και στην παραγωγή όπλων.


«Υπήρξε επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης σε πραγματικές τιμές, λόγω του πληθωρισμού. Σε ονομαστικές τιμές, πάντως, οι στρατιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 6,1%», προσθέτει.


Οι πέντε χώρες στην κορυφή της κατάταξης ως προς τις στρατιωτικές δαπάνες είναι οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Ινδία, η Βρετανία και η Ρωσία.


Το SIPRI σημειώνει ότι οι δαπάνες των ΗΠΑ μειώθηκαν κατά 3,7% του ΑΕΠ, στο 3,5%, ή στα 801 δισεκατομμύρια δολάρια. Αυτό συμπεριλαμβάνει μείωση των κονδυλίων που δαπανήθηκαν για έρευνα και ανάπτυξη, αν και το Ινστιτούτο διευκρινίζει πως η Ουάσινγκτον συνεχίζει να είναι επικεντρωμένη στις «τεχνολογίες επόμενης γενιάς».